| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Τρίτη, 00:01 - 04/03/2025

           

 

 

 

Σε άρθρο μας για την εκλογική νίκη Τραμπ στην «Καθημερινή» (17 Νοεμβρίου 2024) υποστηρίξαμε ότι οι ΗΠΑ ως ηγεμονική δύναμη έχουν περάσει σε πτωτική τροχιά. Επειτα από δύο μήνες περίπου από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου προέδρου, οι διαπιστώσεις μας είναι ότι ο Τραμπ:

α) Αντίθετα με τον δημόσιο λόγο του διακατέχεται από έντονη ανησυχία και ανασφάλεια για την πορεία της χώρας του κατά τη δική του διακυβέρνηση. Ετσι, εξαγγέλλει μεγαλόστομες, αλλά ελάχιστα επεξεργασμένες προτάσεις πολιτικής, με τις οποίες επιδιώκει να εκφοβίσει τους δυτικούς εταίρους του –και άλλες χώρες– και να εντυπωσιάσει την εσωτερική κοινή γνώμη, με ενέργειες βραχείας απόδοσης, που μακροπρόθεσμα θα έχουν προβληματικές συνέπειες για τις διεθνείς ισορροπίες και τις ίδιες τις ΗΠΑ.

 
 

β) Επιδιώκοντας από τη μια να δημιουργήσει την εικόνα ενός ισχυρού και σκληρού ηγέτη και από την άλλη να αποφύγει δύσκολα διεθνοπολιτικά προβλήματα, δεν διστάζει να κάνει μονομερείς παραχωρήσεις προς άλλους διεθνείς αντιπάλους (Ρωσία), πριν καν διαπραγματευθεί, ώστε να προκαλέσει κάποιες παραχωρήσεις και από αυτούς, που να τις παρουσιάσει ως επιτυχίες.

γ) Χωρίς δισταγμό παρεμβαίνει ανοικτά στις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες των συμμάχων του (στην Ευρώπη και αλλού), για να ευνοήσει την άνοδο κομμάτων και προσώπων ακραίας ιδεολογίας –τα ίδια που ενισχύει και ο Πούτιν–, που θα του χρωστούν ευγνωμοσύνη και κάλυψη όταν οι αναποδιές και οι αποτυχίες θα έχουν γίνει ορατές.

δ) Με όσα προβάλλει, όπως ότι «εφόσον στόχος μου είναι να σώσω τη χώρα μου καμία απόφασή μου δεν είναι παράνομη», καταλύει κάθε θεσμική διάσταση στη λειτουργία, όχι μόνο της πολιτικής, αλλά και της δικαιοσύνης στη χώρα του και του διεθνούς δικαίου στις διεθνείς σχέσεις.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν περισσότερο αδυναμία παρά δύναμη. Επιπλέον, η επιβολή δασμών ήταν σημάδι ανταγωνιστικής αδάμων και άμυνας των αδυνάμων απέναντι στους ισχυρούς. Ιστορικά, οι χώρες με ισχυρή οικονομία επέβαλαν το άνοιγμα των αγορών, γιατί με τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα θα κυριαρχούσαν στις αδύναμες οικονομίες. Ετσι επιβλήθηκε μεταπολεμικά η απελευθέρωση του εμπορίου στις πιο αδύναμες χώρες μέσω GATT και προγραμμάτων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η αδυναμία της αμερικανικής οικονομίας φαίνεται από το ότι εδώ και χρόνια το ισοζύγιο πληρωμών της είναι συστηματικά ελλειμματικό (-3,3% του ΑΕΠ το 2024), το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 123% του ΑΕΠ, ενώ το ιδιωτικό χρέος προς το εξωτερικό διογκώνεται συνεχώς και καλύπτεται σημαντικά με διεθνή πώληση αμερικανικών ομολόγων.

Επίσης, παρά την πρωτοκαθεδρία στο τεχνολογικό πεδίο, η μεγέθυνση της αμερικανικής οικονομίας είναι πολύ χαμηλότερη από ό,τι στο παρελθόν, και, το σημαντικότερο, άλλες χώρες εξελίσσονται με πολύ πιο γρήγορο ρυθμό, ανατρέποντας οικονομικές και διεθνοπολιτικές ιεραρχίες δύναμης. Σε συνδυασμό με τη διευρυνόμενη ανισότητα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο κίνδυνος είναι η κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια που τον ανέδειξε ως πρόεδρο, να εκφραστεί έντονα στα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας αναταραχές και πιέσεις για αλλαγές στην κατανομή εισοδήματος, δύναμης και κοινωνικών συνθηκών, εις βάρος των μεγάλων εισοδημάτων της αμερικανικής κοινωνίας. Τέτοιες εξελίξεις θα σημαίνουν συγκρούσεις με μια δημόσια εξουσία ήδη κατακτημένη από ολιγάρχες – μεγαλοεπιχειρηματίες. Τότε, η πολιτική σταθερότητα θα είναι εφικτή μόνο με βία, που θα ευνοήσει ισχυρότερες μορφές αυταρχισμού σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Στο διεθνές πολιτικό πεδίο, επίσης, οι αδυναμίες είναι εμφανείς. Οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες απέτυχαν να είναι συνεπείς σε σχέση με στόχους που οι ίδιες έθεσαν και απέναντι σε κοινωνίες οι οποίες τις εμπιστεύτηκαν. Εχουν χάσει σε αξιοπιστία. Εισέβαλαν, αλλά εγκατέλειψαν το Αφγανιστάν, δημιούργησαν στη Λιβύη χάος, απέτυχαν στο Ιράκ, στην Ουκρανία ετοιμάζονται να παραχωρήσουν σοβαρά πλεονεκτήματα στον Πούτιν και δηλώνουν ετοιμότητα να μετατρέψουν τη μαρτυρική Γάζα σε παραθεριστικό κέντρο με τον εξαναγκασμό άλλων χωρών να δεχθούν δύο εκατομμύρια μετανάστες, όταν ο ίδιος ο Τραμπ κηρύττει τον πόλεμο στη μετανάστευση.

Ποιος όμως ώθησε την Ουκρανία στην ανατροπή της φιλορωσικής πολιτικής που κάποτε είχε; Μήπως οι ΗΠΑ με υποσχέσεις; Πόσα εκατομμύρια πολίτες σε όλες αυτές τις χώρες δεν καταστράφηκαν λόγω της πολιτικής των ΗΠΑ και της ανακολουθίας τους στο να στηρίξουν όσους πίστεψαν σε αυτές; Και πόσες χιλιάδες στρατιωτικοί από κάθε χώρα από τις παραπάνω σκοτώθηκαν ή καταστράφηκε η ζωή τους; Αυτά τα ιστορικά φορτία και ιδίως οι βαριές υποχρεώσεις για την ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, ο Τραμπ τα παραβλέπει και επιδιώκει να τα «πασάρει» στους Ευρωπαίους ή να τα εξαργυρώσει με παραχώρηση πολύτιμων ουκρανικών αποθεμάτων πρώτων υλών, με τρόπους που παραπέμπουν στον 19ο αιώνα. Ολα αυτά μαρτυρούν επίσης την αίσθηση επείγοντος που φαίνεται να διακατέχει την αμερικανική διοίκηση για μονοπωλιακή εξουσία σε σπάνιους φυσικούς πόρους.

Ο νέος πρόεδρος ίσως αντιλαμβάνεται ότι στο επόμενο διάστημα δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στον ρόλο της χώρας του ως ηγεμονικής δύναμης και να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά εσωτερικά ή διεθνή προβλήματα που αναδεικνύονται είτε από το νέο σύστημα σχέσεων είτε από τις μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις που τρέχουν. Η παρεμπόδιση της ικανότητας άλλων χωρών να εξελίσσονται δυναμικά (Κίνα, Ινδία κ.ά.) δεν είναι πλέον εφικτή, όπως πενήντα ή εκατό χρόνια πριν. Ετσι, προσπαθεί μέσω κινήσεων που ερμηνεύονται ως «δύναμη», να καλύψει αδυναμίες και κενά. Διαπιστώνει ότι οι επιλογές του τον φέρνουν σε αντίθεση με μεγάλο τμήμα της δυτικής συμμαχίας. Δεν έχει στρατηγική. Διαθέτει όμως τη δύναμη να επιβάλλει τις επιλογές του, αδιαφορώντας για τις μεσο- και μακρο- πρόθεσμες συνέπειές τους.

Η πρόσκληση προς την Ευρώπη να αναλάβει το βάρος της άμυνάς της έχει μια ισχυρή λογική. Ομως, οι αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής είναι έκδηλες: αν η Ρωσία είναι ο «φίλος» των ΗΠΑ και η Ευρώπη το «πρόβλημα», όπως δήλωσε στην ομιλία του ο αντιπρόεδρος Βανς, προς τι να είναι έτοιμη η Ευρώπη να συγκρουστεί με τη Ρωσία; Γιατί να μην αρχίσει πάλι να αγοράζει φθηνό φυσικό αέριο από αυτήν, αντί ακριβότερο από τις ΗΠΑ; Γιατί να μη συσφίγξει τις σχέσεις της με Ρωσία και Κίνα, στο εμπόριο και τις επενδύσεις; Αν οι ΗΠΑ αδιαφορούν για την Ευρώπη, γιατί να μην αδιαφορήσει και αυτή για την απειλή της Κίνας απέναντι στην Ταϊβάν;

Ο Μάρτιν Γουλφ, κεντρικός αρθρογράφος των Financial Times, χρησιμοποιεί τους όρους «νταής», «τρελός» και (για τις ΗΠΑ) «αναξιόπιστος εταίρος» – και το εξηγεί. Οτι πολλές καθιερωμένες καταστάσεις στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και αλλού, που εμπεδώθηκαν σε παλαιότερες δεκαετίες, πρέπει να επανεξεταστούν και να προσαρμοστούν στα σημερινά δεδομένα είναι αναμφίβολο. Ομως, σε ένα σκηνικό εντεινόμενων εξελίξεων (κλιματική αλλαγή, ενεργειακό, διεθνοπολιτικές εντάσεις, τεχνολογικές ανατροπές, γήρανση, κοινωνική δυσφορία σε περισσότερες χώρες κ.ά.) οι επιλογές Τραμπ αντί να λειτουργήσουν θετικά λειτουργούν με διαλυτικό τρόπο, για τις ΗΠΑ τις ίδιες, την Ευρώπη και πολλές ακόμη χώρες – περιοχές. Το σλόγκαν MAGA –«θα κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά»– ρισκάρει να γίνει MAWA (Make America Weak Again), δηλαδή «να κάνουμε την Αμερική αδύναμη ξανά», με αρνητικές επιπτώσεις που θα τις πληρώσουν και άλλοι, και όχι μόνον όποιος θα τις έχει προκαλέσει. Είναι καιρός ακόμη να επανεξεταστεί το θέμα της διαφύλαξης ισορροπιών, θεσμών, αξιών και κοινωνικών αναταράξεων, σε ένα σύστημα, που, παρά τα προβλήματα που μπορεί κανείς να αναφέρει, είχε ιστορικά και πολύ σημαντικές θετικές επιδόσεις.

*Οι κ. Τάσος Γιαννίτσης και Σταύρος Θωμαδάκης είναι ομότιμοι καθηγητές Πανεπιστημίου Αθηνών.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2024 Greek Finance Forum